Της ψυχής τα λόγια... Ό,τι έχει να κάνει με το σημαντικό κομμάτι του εαυτού μας που λέγεται ψυχή.
Κατηγορίες
- Αρχική σελίδα
- Find us on Facebook
- Ψυχολογία
- Ζωή
- Πνευματικότητα
- Παιδαγωγικά (γονείς,παιδιά, δάσκαλοι)
- ΣΧΕΣΕΙΣ
- Πατρίδα
- Μάρω Βαμβουνάκη
- Νίκος Καζαντζάκης
- Χόρχε Μπουκάι
- Leo Buscaglia
- Paulo Coelho
- Αλκυόνη Παπαδάκη
- Κική Δημουλά
- Τάσος Λειβαδίτης
- Οδυσσέας Ελύτης
- Μάνος Χατζηδάκις
- Χόρχε Λ. Μπόρχες
- Χαλίλ Γκιμπράν
- Οι σκέψεις μου
- Έρωτας
Κυριακή 30 Απριλίου 2017
Κυριακή 16 Απριλίου 2017
«ΣΕ ΚΑΘΕ ΣΟΥ ΘΛΙΨΗ ΝΑ ΛΕΣ ΑΡΓΑ-ΑΡΓΑ ΑΥΤΟ ΤΟ ΤΡΟΠΑΡΙΟ: “ΘΑΝΑΤΟΥ ΕΟΡΤΑΖΟΜΕΝ ΝΕΚΡΩΣΙΝ”» -π. Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης
Ἔχεις δεῖ τώρα τήν ἄνοιξη;
Ἀντί ἄλλης Πασχάλιας εὐχῆς θά σᾶς μεταφέρω τά χαρμόσυνα ἀναστάσιμα βιώματα τοῦ μακαριστοῦ γέροντα Πορφυρίου, ὅπως τά ἔζησα μιά Τρίτη Διακαινησίμου στό κελλάκι του.
Μετά τήν καρδιολογική ἐξέταση καί τό συνηθισμένο καρδιογράφημα, μέ παρεκάλεσε νά μή φύγω. Κάθησα στό σκαμνάκι κοντά στό κρεββάτι του. Ἔλαμπε ἀπό χαρά τό πρόσωπό του. Μέ ρώτησε:
– Ξέρεις τό τροπάριο πού λέει «Θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν…»;
– Ναί, γέροντα, τό ξέρω.
– Πές το.
Ἄρχισα γρήγορα-γρήγορα:
«Θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν, Ἅδου τήν καθαίρεσιν, ἄλλης βιοτῆς, τῆς αἰωνίου, ἀπαρχήν˙ καί σκιρτῶντες ὑμνοῦμεν τόν αἴτιον, τόν μόνον εὐλογητόν τῶν πατέρων Θεόν καί ὑπερένδοξον».
– Τό κατάλαβες;
– Ἀσφαλῶς τό κατάλαβα.
Νόμισα πώς μέ ρωτάει γιά τήν ἑρμηνεία του. Ἔκανε μία ἀπότομη κίνηση τοῦ χεριοῦ του καί μοῦ εἶπε:
– Τίποτε δέν κατάλαβες, βρέ Γιωργάκη! Ἐσύ τό εἶπες σάν βιαστικός ψάλτης… Ἄκου τί φοβερά πράγματα λέει αὐτό τό τροπάριο: Ὁ Χριστός μέ τήν Ἀνάστασή Του δέν μᾶς πέρασε ἀπέναντι ἀπό ἕνα ποτάμι, ἀπό ἕνα ρῆγμα γῆς, ἀπό μιά διώρυγα, ἀπό μιά λίμνη ἤ ἀπό τήν Ἐρυθρά Θάλασσα. Μᾶς πέρασε ἀπέναντι ἀπό ἕνα χάος, ἀπό μία ἄβυσσο, πού ἦταν ἀδύνατο νά τήν περάσει ὁ ἄνθρωπος μόνος. Αἰῶνες περίμενε ὁ κόσμος αὐτό τό Πάσχα, αὐτό τό πέρασμα. Ὁ Χριστός μᾶς πέρασε ἀπό τόν θάνατο στή ζωή. Γι᾽ αὐτό σήμερα «θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν, ᾅδου τήν καθαίρεσιν». Χάθηκε ὁ θάνατος. Τό κατάλαβες; Σήμερα γιορτάζουμε τήν «ἀπαρχή» τῆς «ἄλλης βιοτῆς, τῆς αἰωνίου», τῆς ζωῆς κοντά Του.
Μίλαγε μέ ἐνθουσιασμό καί βεβαιότητα. Συγκινήθηκε.
Σιώπησε γιά λίγο καί συνέχισε πιό δυνατά:
– Τώρα δέν ὑπάρχει χάος, θάνατος, νέκρωση, Ἅδης. Τώρα ὅλα εἶναι χαρά, χάρις στήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μας. Ἀναστήθηκε μαζί Του ἡ ἀνθρώπινη φύση. Τώρα μποροῦμε κι ἐμεῖς νά ἀναστηθοῦμε, νά ζήσουμε αἰώνια κοντά Του… Τί εὐτυχία ἡ Ἀνάσταση!
«Καί σκιρτῶντες ὑμνοῦμεν τόν αἴτιον». Ἒχεις δεῖ τά κατσικάκια τώρα τήν ἄνοιξη νά χοροπηδοῦν πάνω στό γρασίδι; Νά τρῶνε λίγο ἀπό τή μάνα τους καί νά χοροπηδοῦν ξανά; Αὐτό εἶναι τό σκίρτημα, τό χοροπήδημα. Ἔτσι ἔπρεπε κι ἐμεῖς νά χοροπηδοῦμε ἀπό χαρά ἀνείπωτη γιά τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μας καί τήν δική μας.
Διέκοψε καί πάλι τόν λόγο του. Ἀνέπνεα μιά εὐφρόσυνη ἀτμόσφαιρα.
-Μπορῶ νά σοῦ δώσω μιά συμβουλή; συνέχισε. Σέ κάθε θλίψη σου, σέ κάθε ἀποτυχία σου, σέ κάθε πόνο σου, νά συγκεντρώνεσαι μισό λεπτό στόν ἑαυτό σου καί νά λές ἀργά-ἀργά αὐτό τό τροπάριο. Θά βλέπεις ὅτι τό μεγαλύτερο πρᾶγμα στή ζωή σου -καί στή ζωή τοῦ κόσμου ὅλου- ἔγινε. Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ἡ σωτηρία μας. Καί θα συνειδητοποιεῖς ὅτι ἡ ἀναποδιά πού σοῦ συμβαίνει εἶναι πολύ μικρή γιά νά χαλάσει τήν διάθεσή σου.
Μοῦ ᾽σφιξε τό χέρι, λέγοντας:
-Σοῦ εὔχομαι νά «σκιρτᾶς» ἀπό χαρά, κοιτάζοντας πίσω σου τό χάος ἀπό τό ὁποῖο μᾶς πέρασε ὁ Ἀναστάς Κύριος, «ὁ μόνος εὐλογητός τῶν Πατέρων». Ψάλλε τώρα καί τό «Χριστός Ἀνέστη»…
τοῦ Γεωργίου Παπαζάχου, καρδιολόγου (†)
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!!!
Πηγή: https://christianvivliografia.wordpress.com
Σάββατο 15 Απριλίου 2017
Χριστός ανέστη!
ΝΑΙ!!
Σε φιλώ,
και σου λέω ψιθυριστά
και φωναχτά,
και τραγουδώντας
και σιωπώντας,
και γελώντας
και κλαίγοντας,
αυτό που κι εσύ
θες να μου πεις
δίνοντάς μου
μια μεγάλη αγκαλιά
κι ένα ζεστό φιλί
αγάπης.
Το ίδιο λέμε,
το ξέρω.
Χριστός ανέστη!
το ξέρω.
Χριστός ανέστη!
Και σ’ αγαπώ.
Και μ’ αγαπάς.
Κι αγάπη παντού!
Και Ζωή χαρισάμενη!
Και μ’ αγαπάς.
Κι αγάπη παντού!
Και Ζωή χαρισάμενη!
π. Ανδρέας Κονάνος
https://www.facebook.com/AndreasKonanosPage/?fref=nf
https://www.facebook.com/AndreasKonanosPage/?fref=nf
Τρίτη 11 Απριλίου 2017
Η Μεγάλη Εβδομάδα του Οδυσσέα Ελύτη
Μ. ΔΕΥΤΕΡΑ
Κατάκοπος από τις ουράνιες περιπέτειες, έπεσα τις πρωινές ώρες να κοιμηθώ.
Στο τζάμι, με κοίταζε η παλαιά Σελήνη, φορώντας την προσωπίδα του Ήλιου.
Μ. ΤΡΙΤΗ
Μόλις σήμερα βρήκα το θάρρος και ξεσκέπασα το κηπάκι σαν φέρετρο.
Με πήραν κατάμουτρα οι μυρωδιές, λεμόνι, γαρίφαλο.
Ύστερα παραμέρισα τα χρόνια, τα φρέσκα πέταλα και να:
η μητέρα μου, μ’ ένα μεγάλο άσπρο καπέλο και το παλιό χρυσό ρολόι της κρεμασμένο στο στήθος.
Θλιμμένη και προσεκτική. Πρόσεχε κάτι ακριβώς πίσω από μένα.
Δεν πρόφτασα να γυρίσω να δω γιατί λιποθύμησα.
Μ. ΤΕΤΑΡΤΗ
Ολοένα οι κάκτοι μεγαλώνουν κι ολοένα οι άνθρωποι ονειρεύονται σα να ’ταν αιώνιοι. Όμως το μέσα μέρος του Ύπνου έχει όλο φαγωθεί και μπορείς τώρα να ξεχωρίσεις καθαρά τι σημαίνει κείνος ο μαύρος όγκος που σαλεύει
Ο λίγες μέρες πριν ακόμη μόλις αναστεναγμός
Και τώρα μαύρος αιώνας.
Μ. ΠΕΜΠΤΗ
Μέρα τρεμάμενη, όμορφη σαν νεκροταφείο
με κατεβασιές ψυχρού ουρανού
Γονατιστή Παναγία κι αραχνιασμένη
Τα χωμάτινα πόδια μου άλλοτε
(Πολύ νέος ή και ανόητα όμορφος θα πρέπει
να ήμουν)
Οι και δύο και τρεις ψυχές που δύανε
Γέμιζαν τα τζάμια ηλιοβασίλεμα.
Μ. ΠΕΜΠΤΗ, β
Σωστός Θεός. Όμως κι αυτός έπινε το φαρμάκι του
γουλιά γουλιά καθώς του είχε ταχθεί
έως ότου ακούστηκε η μεγάλη έκρηξη.
Χάθηκαν τα βουνά. Και τότε αλήθεια φάνηκε
πίσω από το πελώριο πηγούνι ο κύλικας
Κι αργότερα οι νεκροί μες στους ατμούς, εκτάδην.
Μ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ
Σαν να μονολογώ, σωπαίνω.
Ίσως και να ’μαι σε κατάσταση βοτάνου ακόμη
φαρμακευτικού ή φιδιού μιας κρύας Παρασκευής
Ή μπορεί και ζώου από κείνα τα ιερά
με τ’ αυτί το μεγάλο γεμάτο ήχους βαρείς
και θόρυβο μεταλλικό από θυμιατήρια.
Μ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, β
Αντίς για Όνειρο
Πένθιμος πράος ουρανός μες στο λιβάνι
αναθρώσκουν παλαιές Μητέρες ορθές σαν κηροπήγια
τυφεκιοφόροι νεοσύλλεκτοι σε ανάπαυση
μικρά σκάμματα ορθογώνια, ραντιστήρια, νάρκισσοι.
Σαν να ’μαι, λέει, ο θάνατος ο ίδιος αλλ’
ακόμη νέος αγένειος που μόλις ξεκινά
κι ακούει πρώτη φορά μέσα στο θάμβος των κεριών
το «δεύτε λάβετε τελευταίον ασπασμόν».
Μ. ΣΑΒΒΑΤΟ
Περαστική από τη χθεσινή αϋπνία μου
λίγο, για μια στιγμή, μου χαμογέλασε
η θεούλα με τη μωβ κορδέλα
που από παιδάκι μου κυκλοφοράει τα μυστικά
Ύστερα χάθηκε πλέοντας δεξιά
να πάει ν’ αδειάσει τον κουβά με τ’ απορρίμματα μου
- της ψυχής αποτσίγαρα κι αποποιηματάκια -
εκεί που βράζει ακόμη όλο παλιά νεότητα
και αγέρωχο το πέλαγος.
Μ. ΣΑΒΒΑΤΟ, β
Πάλι μες στην κοιλιά της θάλασσας το μαύρο
εκείνο σύννεφο που ανεβάζει κάπνες
όπως φωνές επάνω από ναυάγιο
Χαμένοι αυτοί που πιάνονται από τ’ Άπιαστα
Όπως εγώ προχθές του Αγίου Γεωργίου ανήμερα
που πήα να παραβγώ μ’ αλόγατα όρθια
και θωρακοφόρους
και μου χύθηκε όλη, όξω απ’ τη γης, η ερωτοπαθής
ψυχή μου.
(Από την ποιητική συλλογή «Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου»).
Πέμπτη 6 Απριλίου 2017
"Οι σκέψεις μου μ'έχουν παγιδέψει."
"Οι σκέψεις μου μ'έχουν παγιδέψει."
Ο τρόπος με τον οποίο σκεφτόμαστε είναι καθοριστικός για τη ζωή μας. Πόσα πράγματα θα άλλαζαν στη ζωή μας αν κατορθώναμε να ξεφύγουμε από το δυσλειτουργικό τρόπο σκέψης που μας περιορίζει και μας εγκλωβίζει σε ανεπιθύμητες καταστάσεις; Όλα τα προβλήματα ξεκινούν από τον λάθος τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε και επεξεργαζόμαστε τα γεγονότα. Δεν μπορούμε να αποτρέψουμε τις δυσάρεστες καταστάσεις, μπορούμε όμως να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύουμε τα πράγματα. Αυτό θα έκανε τη ζωή μας κάπως πιο εύκολη.
Ελένη Κώστογλου
Ψυχολόγος
Πέμπτη 30 Μαρτίου 2017
Ο Ακάθιστος Ύμνος
Ἄγγελος πρωτοστάτης,
οὐρανόθεν ἐπέμφθη, εἰπεῖν τῇ Θεοτόκω τὸ Χαῖρε· καὶ συν τῇ ἀσωμάτῳ φωνῇ, σωματούμενόν σε θεωρῶν, Κύριε, ἐξίστατο καὶ ἵστατο, κραυγάζων πρός Αὐτήν τοιαῦτα· Χαῖρε, δ' ἧς ἡ χαρὰ ἐκλάμψει, χαῖρε, δι' ἧς ἡ ἀρὰ ἐκλείψει. Χαῖρε, τοῦ πεσόντος Ἀδάμ ἡ ἀνάκλησις, χαῖρε, τῶν δακρύων τῆς Εὔας ἡ λύτρωσις. Χαῖρε, ὕψος δυσανάβατον ἀθρωπίνοις λογισμοῖς, χαῖρε, βάθος δυσθεώρητον καὶ ἀγγέλων ὀφθαλμοῖς. Χαῖρε, ὅτι ὑπάρχεις Βασιλέως καθέδρα, χαῖρε, ὅτι βαστάζεις τὸν βαστάζοντα πάντα. Χαῖρε, ἀστήρ ἐμφαίνων τὸν ἥλιον, χαῖρε, γαστήρ ἐνθέου σαρκώσεως. Χαῖρε, δι' ἧς νεουργεῖται ἡ κτίσις, χαῖρε, δι' ἧς βρεφουργεῖται ὁ Κτίστης. Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε. Βλέπουσα ἡ Ἁγία, ἑαυτήν ἐν ἁγνείᾳ, φησὶ τῷ Γαβριήλ θαρσαλέως· τὸ παράδοξόν σου τῆς φωνῆς, δυσπαράδεκτόν μου τῇ ψυχῇ φαίνεται· ἀσπόρου γάρ συλλήψεως, τήν κύησιν πώς λέγεις κράζων· Ἀλληλούια. Γνῶσιν ἄγνωστον γνῶναι, ἡ Παρθένος ζητοῦσα, ἐβόησε πρὸς τὸν λειτουργοῦντα· ἐκ λαγόνων ἁγνῶν, υἷον πῶς ἔσται τεχθῆναι δυνατόν; λέξον μοι. Πρὸς ἥν ἐκεῖνος ἔφησεν ἐν φόβῳ, πλὴν κραυγάζων οὕτω· Χαῖρε, βουλῆς ἀπορρήτου μύστις, χαῖρε, σιγῆς δεομένων πίστις. Χαῖρε, τῶν θαυμάτων Χριστοῦ τὸ προοίμιον, χαῖρε, τῶν δογμάτων αὐτοῦ τὸ κεφάλαιον. Χαῖρε, κλῖμαξ ἐπουράνιε, δι' ἧς κατέβη ὁ Θεός, χαῖρε, γέφυρα μετάγουσα ἀπὸ γῆς πρὸς οὐρανόν. Χαῖρε, τὸ τῶν Ἀγγέλων πολυθρύλητον θαῦμα, χαῖρε, τὸ τῶν δαιμόνων πολυθρήνητον τραῦμα. Χαῖρε, τὸ φῶς ἀρρήτως γεννήσασα, χαῖρε, τὸ πῶς μηδένα διδάξασα. Χαῖρε, σοφῶν ὑπερβαίνουσα γνῶσιν, Χαῖρε, πιστῶν καταυγάζουσα φρένας. Χαῖρε, Νύμφη Ἀνύμφευτε. Δύναμις τοῦ Ὑψίστου, ἐπεσκίασε τότε, πρός σύλληψιν τῇ Ἀπειρογάμω· καὶ τήν εὔκαρπον ταύτης νηδύν, ὡς ἀγρόν ὑπέδειξεν ἡδύν ἅπασι, τοῖς θέλουσι θερίζειν σωτηρίαν, ἐν τῷ ψάλλειν οὕτως· Ἀλληλούια. Ἔχουσα θεοδόχον, ἡ Παρθένος τὴν μήτραν, ἀνέδραμε πρὸς τὴν Ἐλισάβετ. Τὸ δὲ βρέφος ἐκείνης εὐθὺς ἐπιγνόν, τὸν ταύτης ἀσπασμὸν ἔχαιρε, καὶ ἅλμασιν ὡς ἄσμασιν, ἐβόα πρὸς τὴν Θεοτόκον· Χαῖρε, βλαστοῦ ἀμάραντου κλῆμα, χαῖρε, καρποῦ ἀκήρατου κτῆμα. Χαῖρε, γεωργὸν γεωργοῦσα φιλάνθρωπον, χαῖρε, φυτουργόν τῆς ζωῆς ἠμῶν φύουσα, Χαῖρε, ἄρουρα βλαστάνουσα εὐφορίαν οἰκτιρμῶν, χαῖρε, τράπεζα βαστάζουσα εὐθηνίαν ἱλασμῶν. Χαῖρε, ὅτι λειμῶνα τῆς τρυφῆς ἀναθάλλεις, χαῖρε, ὅτι λιμένα τῶν ψυχῶν ἑτοιμάζεις. Χαῖρε, δεκτόν πρεσβείας θυμίαμα, χαῖρε, παντός τοῦ κόσμου ἐξίλασμα. Χαῖρε, Θεοῦ πρός θνητοὺς εὐδοκία, χαῖρε, θνητῶν πρός Θεόν παρρησία. Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε. Ζάλην ἔνδοθεν ἔχων, λογισμῶν ἀμφιβόλων, ὁ σώφρων Ἰωσὴφ ἐταράχθη· πρός τήν ἄγαμόν σὲ θεωρῶν, καὶ κλεψίγαμον ὑπονοῶν Ἄμεμπτε· μαθὼν δέ σου τήν σύλληψιν, ἐκ Πνεύματος Ἁγίου, ἔφη· Ἀλληλούια. Ἤκουσαν oἱ ποιμένες, τῶν Ἀγγέλων ὑμνούντων, τήν ἔνσαρκον Χριστοῦ παρουσίαν· καὶ δραμόντες ὡς πρός ποιμένα, θεωροῦσι τοῦτον ὡς ἀμνὸν ἄμωμον, ἐν γαστρὶ τῆς Μαρίας βοσκηθέντα, ἥν ὑμνοῦντες εἶπον· Χαῖρε, Ἀμνοῦ καὶ Ποιμένος Μῆτερ, χαῖρε, αὐλὴ λογικῶν προβάτων. Χαῖρε, ἀοράτων ἐχθρῶν ἀμυντήριον, χαῖρε, Παραδείσου θυρῶν ἀνοικτήριον. Χαῖρε, ὅτι τὰ οὐράνια συναγάλλεται τῇ γῇ, χαῖρε, ὅτι τὰ ἐπίγεια συγχορεύει οὐρανοῖς. Χαῖρε, τῶν Ἀποστόλων τὸ ἀσίγητον στόμα, χαῖρε, τῶν Ἀθλοφόρων τὸ ἀνίκητον θάρσος. Χαῖρε, στερρόν τῆς πίστεως ἔρεισμα, χαῖρε, λαμπρόν τῆς Χάριτος γνώρισμα. Χαῖρε, δι' ἧς ἐγυμνώθη ὁ Ἅδης, χαῖρε, δι' ἧς ἐνεδύθημεν δόξαν. Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε. Θεοδρόμον ἀστέρα, θεωρήσαντες Μάγοι, τῇ τούτου ἠκολούθησαν αἴγλῃ· καὶ ὡς λύχνον κρατοῦντες αὐτόν, δι' αὐτοῦ ἠρεύνων κραταιὸν Ἄνακτα, καὶ φθάσαντες τόν ἄφθαστον, ἐχάρησαν αὐτῷ βοῶντες· Ἀλληλούια. Ἴδον παῖδες Χαλδαίων, ἐν χερσὶ τῆς Παρθένου, τὸν πλάσαντα χειρὶ τοὺς ἀνθρώπους· καὶ Δεσπότην νοοῦντες αὐτόν, εἰ καὶ δούλου μορφήν ἔλαβεν, ἔσπευσαν τοῖς δώροις θεραπεῦσαι, καὶ βοῆσαι τῇ Εὐλογημένῃ· Χαῖρε, ἀστέρος ἀδύτου Μήτηρ, χαῖρε, αὐγὴ μυστικῆς ἡμέρας. Χαῖρε, τῆς ἀπάτης τὴν κάμινον σβέσασα, χαῖρε, τῆς Τριάδος τούς μύστας φωτίζουσα. Χαῖρε, τύραννον ἀπάνθρωπον ἐκβαλοῦσα τῆς ἀρχῆς, χαῖρε, Κύριον φιλάνθρωπον ἐπιδείξασα Χριστόν. Χαῖρε, ἡ τῆς βαρβάρου λυτρουμένη θρησκείας, χαῖρε, ἢ τοῦ βορβόρου ρυομένη τῶν ἔργων. Χαῖρε πυρός προσκύνησιν παύσασα, χαῖρε, φλογός παθῶν ἀπαλλάττουσα. Χαῖρε, πιστῶν ὁδηγὲ σωφροσύνης, χαῖρε, πασῶν γενεῶν εὐφροσύνη. Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε. Κήρυκες θεοφόροι, γεγονότες οἱ Μάγοι, ὑπέστρεψαν εἰς τὴν Βαβυλῶνα, ἐκτελέσαντές σου τὸν χρησμόν, καὶ κηρύξαντές σε τὸν Χριστὸν ἅπασιν, ἀφέντες τὸν Ἡρώδην ὡς ληρώδη, μὴ εἰδότα ψάλλειν· Ἀλληλούια. Λάμψας ἐν τῇ Αἰγύπτῳ, φωτισμὸν ἀληθείας ἐδίωξας, τοῦ ψεύδους τὸ σκότος· τὰ γάρ εἴδωλα ταύτης Σωτήρ, μὴ ἐνέγκαντά σου τήν ἰσχύν πέπτωκεν, οἱ τούτων δὲ ρυσθέντες, ἐβόων πρὸς τὴν Θεοτόκον· Χαῖρε, ἀνόρθωσις τῶν ἀνθρώπων, χαῖρε, κατάπτωσις τῶν δαιμόνων. Χαῖρε, τής ἀπάτης την πλάνην πατήσασα, χαῖρε, τῶν εἰδώλων τήν δόξαν ἐλεγξασα. Χαῖρε, θάλασσα ποντίσασα Φαραὼ τὸν νοητόν, χαῖρε, πέτρα ἡ ποτίσασα τούς διψῶντας τήν ζωήν. Χαῖρε, πύρινε στῦλε ὁδηγῶν τούς ἐν σκότει, χαῖρε, σκέπη τοῦ κόσμου πλατυτέρα νεφέλης. Χαῖρε, τροφὴ τοῦ μάνα διάδοχε, χαῖρε, τρυφῆς ἁγίας διάκονε. Χαῖρε, ἡ γῆ τῆς ἐπαγγελίας, χαῖρε, ἐξ ἧς ρέει μέλι καὶ γάλα. Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε. Μέλλοντος Συμεῶνος, τοῦ παρόντος αἰῶνος, μεθίστασθαι τοῦ ἀπατεῶνος, ἐπεδόθης ὡς βρέφος αὐτῷ, ἀλλ' ἐγνώσθης τούτω καὶ Θεός τέλειος· διόπερ ἐξεπλάγη σου τήν ἄρρητον σοφίαν, κράζων· Ἀλληλούια. Νέαν ἔδειξε κτίσιν, ἐμφανίσας ὁ Κτίστης, ἡμῖν τοῖς ὑπ' αὐτοῦ γενομένοις· ἐξ ἀσπόρου βλαστήσας γαστρός, καὶ φυλάξας ταύτην, ὥσπερ ἦν ἄφθορον, ἵνα τὸ θαῦμα βλέποντες, ὑμνήσωμεν αὐτήν βοῶντες· Χαῖρε, τὸ ἄνθος τῆς ἀφθαρσίας, χαῖρε, τὸ στέφος τῆς ἐγκρατείας. Χαῖρε, ἀναστάσεως τύπον ἐκλάμπουσα, χαῖρε, τῶν Ἀγγέλων τόν βίον ἐμφαίνουσα. Χαῖρε, δένδρον ἀγλαόκαρπον, ἐξ οὗ τρέφονται πιστοί, χαῖρε, ξύλον εὐσκιόφυλλον, ὑφ' οὗ σκέπονται πολλοί. Χαῖρε, κυοφοροῦσα ὁδηγὸν πλανωμένοις, χαῖρε, ἀπογεννῶσα λυτρωτήν αἰχμαλώτοις. Χαῖρε, Κριτοῦ δικαίου δυσώπησις, χαῖρε, πολλῶν πταιόντων συγχώρησις. Χαῖρε, στολὴ τῶν γυμνῶν παρρησίας, χαῖρε, στοργὴ πάντα πόθον νικῶσα. Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε. Ξένον τόκον ἰδόντες, ξενωθῶμεν τοῦ κόσμου, τόν νοῦν εἰς οὐρανόν μεταθέντες· διὰ τοῦτο γάρ ὁ ὑψηλός Θεός, ἐπὶ γῆς ἐφάνη ταπεινός ἄνθρωπος· βουλόμενος ἑλκύσαι πρός τὸ ὕψος, τούς αὐτῷ βοώντας· Ἀλληλούια. Ὅλως ἦν ἐν τοῖς κάτω, καὶ τῶν ἄνω οὐδόλως ἀπῆν, ὁ ἀπερίγραπτος Λόγος· συγκατάβασις γὰρ θεϊκή, οὐ μετάβασις τοπικὴ γέγονε, καὶ τόκος ἐκ Παρθένου θεολήπτου, ἀκουούσης ταῦτα· Χαῖρε, Θεοῦ ἀχωρήτου χώρα, χαῖρε, σεπτοῦ μυστηρίου θύρα. Χαῖρε, τῶν ἀπίστων ἀμφίβολον ἄκουσμα, χαῖρε, τῶν πιστῶν ἀναμφίβολον καύχημα. Χαῖρε, ὄχημα πανάγιον τοῦ ἐπὶ τῶν Χερουβείμ, χαῖρε, οἴκημα πανάριστον τοῦ ἐπὶ τῶν Σεραφείμ. Χαῖρε, ἡ τἀναντία εἰς ταὐτὸ ἀγαγοῦσα, χαῖρε, ἡ παρθενίαν καὶ λοχείαν ζευγνῦσα. Χαῖρε, δι' ἧς ἐλύθη παράβασις, χαῖρε, δι' ἧς ἠνοίχθη παράδεισος. Χαῖρε, ἡ κλείς τῆς Χριστοῦ βασιλείας, χαῖρε, ἐλπίς ἀγαθῶν αἰωνίων. Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε. Πᾶσα φύσις Ἀγγέλων, κατεπλάγη τὸ μέγα, τῆς σῆς ἐνανθρωπήσεως ἔργον· τόν ἀπρόσιτον γάρ ὡς Θεόν, ἐθεώρει πᾶσι προσιτὸν ἄνθρωπον, ἡμῖν μέν συνδιάγοντα, ἀκούοντα δὲ παρὰ πάντων οὕτως· Ἀλληλούια. Ρήτορας πολυφθόγγους, ὡς ἰχθύας ἀφώνους, ὁρῶμεν ἐπὶ σοὶ Θεοτόκε· ἀποροῦσι γάρ λέγειν, τὸ πῶς καὶ Παρθένος μένεις, καὶ τεκεῖν ἴσχυσας· ἡμεῖς δὲ τὸ μυστήριο ν θαυμάζοντες, πιστῶς βοῶμεν· Χαῖρε, σοφίας Θεοῦ δοχεῖον, χαῖρε, προνοίας αὐτοῦ ταμεῖον. Χαῖρε, φιλοσόφους ἀσόφους δεικνύουσα, χαῖρε, τεχνολόγους ἀλόγους ἐλέγχουσα. Χαῖρε, ὅτὶ ἐμωράνθησαν οἱ δεινοὶ συζητηταί, χαῖρε, ὅτι ἐμαράνθησαν οἱ τῶν μύθων ποιηταί. Χαῖρε, τῶν Ἀθηναίων τὰς πλοκὰς διασπῶσα, χαῖρε, τῶν ἁλιέων τάς σαγήνας πληροῦσα. Χαῖρε, βυθοῦ ἀγνοίας ἐξέλκουσα, χαῖρε, πολλούς ἐν γνώσει φωτίζουσα. Χαῖρε, ὁλκάς τῶν θελόντων σωθῆναι, χαῖρε, λιμήν τῶν τοῦ βίου πλωτήρων. Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε. Σῶσαι θέλων τόν κόσμον, ὁ τῶν ὅλων κοσμήτωρ, πρός τοῦτον αὐτεπάγγελτος ἦλθε· καὶ ποιμήν ὑπάρχων ὡς Θεός, δι' ἡμᾶς ἐφάνη καθ' ἡμᾶς ἄνθρωπος· ὁμοίῳ γάρ τὸ ὅμοιον καλέσας, ὡς Θεός ἀκούει· Ἀλληλούια. Τεῖχος εἶ τῶν παρθένων, Θεοτόκε Παρθένε, καὶ πάντων τῶν εἰς σὲ προστρεχόντων. Ὁ γάρ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, κατεσκεύασέ σε ποιητής, Ἄχραντε, οἰκήσας ἐν τῇ μήτρα σου, καὶ πάντας σοι προσφωνεῖν διδάξας· Χαῖρε, ἡ στήλη τῆς παρθενίας, χαῖρε, ἡ πύλη τῆς σωτήριας. Χαῖρε, ἀρχηγὲ νοητῆς ἀναπλάσεως, χαῖρε, χορηγὲ θεϊκῆς ἀγαθότητος. Χαῖρε, σὺ γάρ ἀνεγέννησας τούς συλληφθέντας αἰσχρῶς, χαῖρε, σὺ γάρ ἐνουθέτησας τούς συληθέντας τόν νοῦν. Χαῖρε, ἡ τὸν φθορέα τῶν φρενῶν καταργοῦσα, χαῖρε, ἡ τὸν σπορέα τῆς ἁγνείας τεκοῦσα. Χαῖρε, παστάς ἀσπόρου νυμφεύσεως, χαῖρε, πιστούς Κυρίῳ ἁρμόζουσα. Χαῖρε, καλὴ κουροτρόφε παρθένων, χαῖρε, ψυχῶν νυμφοστόλε ἁγίων. Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε. Ὕμνος ἅπας ἡττᾶται, συνεκτείνεσθαι σπεύδων, τῷ πλήθει τῶν πολλῶν οἰκτιρμῶν σου· ἰσαρίθμους γάρ τῇ ψάμμῳ ὠδάς, ἂν προσφέρωμέν σοι, Βασιλεῦ ἅγιε, οὐδέν τελοῦμεν ἄξιον, ὧν δέδωκας ἡμῖν τοῖς σοὶ βοῶσιν· Ἀλληλούια. Φωτοδόχον λαμπάδα, τοῖς ἐν σκότει φανεῖσαν, ὁρῶμεν τήν ἁγίαν Παρθένον· τὸ γάρ ἄυλον ἅπτουσα φῶς, ὁδηγεῖ πρὸς γνῶσιν θεϊκὴν ἅπαντας, αὐγῇ τόν νοῦν φωτίζουσα, κραυγῇ δὲ τιμωμένη ταῦτα· Χαῖρε, ἀκτίς νοητοῦ ἡλίου, χαῖρε, βολίς τοῦ ἀδύτου φέγγους. Χαῖρε, ἀστραπὴ τάς ψυχάς καταλάμπουσα, χαῖρε, ὡς βροντὴ τούς ἐχθρούς καταπλήττουσα. Χαῖρε, ὅτι τόν πολύφωτον ἀνατέλλεις φωτισμόν, Χαῖρε, ὅτι τόν πολύρρυτον ἀναβλύζεις ποταμόν. Χαῖρε, τῆς κολυμβήθρας ζωγραφοῦσα τὸν τύπον, χαῖρε, τῆς ἁμαρτίας ἀναιροῦσα τὸν ρύπον. Χαῖρε, λουτήρ ἔκπλυνων συνείδησιν, χαῖρε, κρατήρ κιρνῶν ἀγαλλίασιν. Χαῖρε, ὀσμὴ τῆς Χριστοῦ εὐωδίας, χαῖρε, ζωὴ μυστικῆς εὐωχίας. Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε. Χάριν δοῦναι θελήσας, ὀφλημάτων ἀρχαίων, ὁ πάντων χρεωλύτης ἀνθρώπων, ἐπεδήμησε δι’ἑαυτοῦ, πρός τούς ἀποδήμους τῆς αὐτοῦ Χάριτος· καὶ σχίσας τὸ χειρόγραφον, ἀκούει παρὰ πάντων οὕτως· Ἀλληλούια. Ψάλλοντές σου τὸν τόκον, ἀνυμνοῦμέν σε πάντες, ὡς ἔμψυχον ναόν, Θεοτόκε. Ἐν τῇ σῇ γάρ οὶκήσας γαστρί, ὁ συνέχων πάντα τῇ χειρὶ Κύριος, ἡγίασεν, ἐδόξασεν, ἐδίδαξε βοᾶν σοὶ πάντας· Χαῖρε, σκηνὴ τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγου, χαῖρε, Ἁγία ἁγίων μείζων. Χαῖρε, κιβωτὲ χρυσωθεῖσα τῷ Πνεύματι, χαῖρε, θησαυρὲ τῆς ζωῆς ἀδαπάνητε. Χαῖρε, τίμιον διάδημα βασιλέων εὐσεβῶν, χαῖρε, καύχημα σεβάσμιον ἱερέων εὐλαβῶν. Χαῖρε, τῆς Ἐκκλησίας ὁ ἀσάλευτος πύργος, χαῖρε, τῆς Βασιλείας τὸ ἀπόρθητον τεῖχος. Χαῖρε, δι' ἧς ἐγείρονται τρόπαια, χαῖρε, δι' ἧς ἐχθροὶ καταπίπτουσι. Χαῖρε, χρωτός τοῦ ἐμοῦ θεραπεία, χαῖρε, ψυχῆς τῆς ἐμῆς σωτηρία. Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε. Ὦ πανύμνητε Μῆτερ, ἡ τεκοῦσα τών πάντων ἁγίων, ἁγιώτατον Λόγον· δεξαμένη γάρ τήν νῦν προσφοράν, ἀπὸ πάσης ρῦσαι συμφορᾶς ἅπαντας, καὶ τῆς μελλούσης λύτρωσαι κολάσεως, τούς σοὶ βοῶντας· Ἀλληλούια. |
Τετάρτη 22 Μαρτίου 2017
Εγώ θα μείνω!! Και το “μάλλον” σας, θα το ξανακάνω μέλλον μου!
Κάνουν το μέλλον μας να ακούγεται σαν μάλλον
Πάμε να φύγουμε. Μ’ ακούς; Πάμε να φύγουμε σου λέω. Τι κάθεσαι;
Εδώ μας καταπίνουν. Μας θάβουν ζωντανούς.
Εδώ μας παίρνουν το έ από το μέλλον. Μας δίνουν ένα ά.
Κάνουν το μέλλον μας να ακούγεται σαν μάλλον.
Φωνάζεις δυνατά. Ουρλιάζεις.
Όσο και να φωνάζεις όμως, το α δεν ξαναγίνεται ε.
Το α κουβαλά πάντα πόνο. Πόνο και απόγνωση.
Το ε όμως… το ε όταν κάποτε το φώναζες σήμαινε αντίσταση.
Μην περιμένεις. Πάμε να φύγουμε.
Το μάλλον δε θα γίνει ποτέ ξανά μέλλον.
Το μάλλον είναι όλα όσα έχεις τώρα. Όσα μπορείς να έχεις.
Μάλλον ζεις. Μάλλον έχεις δουλειά. Μάλλον υπάρχεις. Μάλλον έχεις σπίτι. Μάλλον διασκεδάζεις. Μάλλον…
Εγώ όμως φεύγω. Όχι μάλλον. Σίγουρα.
Θα βρω μια χώρα όπου ένα λάθος γράμμα δε θα μου αλλάζει τη ζωή.
Μια χώρα όπου όλα τα φωνήεντα θα έχουν την ίδια αξία.
Όπου όλα τα γράμματα θα φωνάζουν για ζωή.
Θυμάμαι ακόμα…
Ζω στη χώρα που αρχίζει από ε. Από Ε κεφαλαίο.
Ζω στη χώρα όπου Ε σημαίνει ελευθερία.
Ζω στη χώρα όπου και ένα απλό α μετατρέπεται σε αγάπη και ανθρωπιά.
Κι ας μην έχεις μέλλον. Κι ας έχεις μόνο μάλλον.
Δε φεύγω. Θα μείνω για αυτό το Α της Ανθρωπιάς.
Θα μείνω για όλα τα α που αγαπώ.
Γιατί η Ελλάδα αρχίζει από Ε αλλά δεν τελειώνει σε ένα απλό α…
Θα μείνω για την Ελλάδα που αγαπώ.
Σταματίνα Σταθάκη
Πηγή:αναπνοές
Πάμε να φύγουμε. Μ’ ακούς; Πάμε να φύγουμε σου λέω. Τι κάθεσαι;
Εδώ μας καταπίνουν. Μας θάβουν ζωντανούς.
Εδώ μας παίρνουν το έ από το μέλλον. Μας δίνουν ένα ά.
Κάνουν το μέλλον μας να ακούγεται σαν μάλλον.
Φωνάζεις δυνατά. Ουρλιάζεις.
Όσο και να φωνάζεις όμως, το α δεν ξαναγίνεται ε.
Το α κουβαλά πάντα πόνο. Πόνο και απόγνωση.
Το ε όμως… το ε όταν κάποτε το φώναζες σήμαινε αντίσταση.
Μην περιμένεις. Πάμε να φύγουμε.
Το μάλλον δε θα γίνει ποτέ ξανά μέλλον.
Το μάλλον είναι όλα όσα έχεις τώρα. Όσα μπορείς να έχεις.
Μάλλον ζεις. Μάλλον έχεις δουλειά. Μάλλον υπάρχεις. Μάλλον έχεις σπίτι. Μάλλον διασκεδάζεις. Μάλλον…
Εγώ όμως φεύγω. Όχι μάλλον. Σίγουρα.
Θα βρω μια χώρα όπου ένα λάθος γράμμα δε θα μου αλλάζει τη ζωή.
Μια χώρα όπου όλα τα φωνήεντα θα έχουν την ίδια αξία.
Όπου όλα τα γράμματα θα φωνάζουν για ζωή.
Θυμάμαι ακόμα…
Ζω στη χώρα που αρχίζει από ε. Από Ε κεφαλαίο.
Ζω στη χώρα όπου Ε σημαίνει ελευθερία.
Ζω στη χώρα όπου και ένα απλό α μετατρέπεται σε αγάπη και ανθρωπιά.
Κι ας μην έχεις μέλλον. Κι ας έχεις μόνο μάλλον.
Δε φεύγω. Θα μείνω για αυτό το Α της Ανθρωπιάς.
Θα μείνω για όλα τα α που αγαπώ.
Γιατί η Ελλάδα αρχίζει από Ε αλλά δεν τελειώνει σε ένα απλό α…
Θα μείνω για την Ελλάδα που αγαπώ.
Σταματίνα Σταθάκη
Πηγή:αναπνοές
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)





