Τρίτη 6 Δεκεμβρίου 2016

Ο Αλυσοδεμένος Ελέφαντας (Χόρχε Μπουκάι)


«ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ» του είπα. «Δεν μπορώ!»
«Σίγουρα;» με ρώτησε αυτός.
«Ναι. Πολύ θα ήθελα να μπορούσα να σταθώ μπροστά της και να της πω τι νιώθω… Ξέρω, όμως, ότι δεν μπορώ.»
Ο Χοντρός κάθισε σαν το Βούδα πάνω σ΄εκείνες τις φριχτές μπλε πολυθρόνες του γραφείου του. Χαμογέλασε, με κοίταξε στα μάτια και, χαμηλώνοντας τη φωνή όπως έκανε κάθε φορά που ήθελε να τον ακούσουν προσεκτικά, μου είπε: «Να σου πω μια ιστορία…»
Όταν ήμουν μικρός μου άρεσε πολύ το τσίρκο, και στο τσίρκο μου άρεσαν πιο πολύ τα ζώα. Μου έκανε τρομερή εντύπωση ο ελέφαντας που, όπως έμαθα αργότερα, είναι το αγαπημένο ζώο όλων των παιδιών. Στην παράσταση, το θεόρατο ζώο έκανε επίδειξη του τεράστιου βάρους του, του όγκου και της δύναμής του… Όμως, μετά την παράσταση και λίγο προτού επιστρέψει στη σκηνή, ο ελέφαντας στεκόταν δεμένος συνεχώς σ΄ένα μικρό ξύλο μπηγμένο στο έδαφος. Μια αλυσίδα κρατούσε φυλακισμένα τα πόδια του.
Ωστόσο, το ξύλο ήταν αληθινά μικροσκοπικό κι έμπαινε σε ελάχιστο βάθος μέσα στο έδαφος. Μολονότι η αλυσίδα ήταν χοντρή και ισχυρή, μου φαινόταν ολοφάνερο ότι ένα ζώο που μπορεί να ξεριζώσει δέντρα με τη δύναμή του, θα μπορούσε εύκολα να λυθεί και να φύγει.
Το θεωρούσα αληθινό μυστήριο. Μα τι τον κρατάει; Γιατί δεν το σκάει;
Όταν ήμουν πέντε ή έξι ετών πίστευα ακόμα στη σοφία των μεγάλων. Ρώτησα τότε κάποιον δάσκαλο, τον πατέρα μου ή ένα θείο μου, για το μυστήριο του ελέφαντα. Κάποιος μου εξήγησε ότι ο ελέφαντας δεν το έσκαζε γιατί ήταν δαμασμένος.
Έκανα τότε την προφανή ερώτηση: «Κι αφού είναι δαμασμένος, γιατί τον αλυσοδένουν;» Δεν θυμάμαι να πήρα κάποια ικανοποιητική απάντηση. Με τον καιρό, ξέχασα το μυστήριο του ελέφαντα με το παλούκι, και το θυμόμουν μόνο όταν βρισκόμουν με κάποιους που είχαν αναρωτηθεί κάποτε πάνω στο ίδιο θέμα.
Πριν από μερικά χρόνια ανακάλυψα – ευτυχώς για μένα – ότι κάποιος είχε αρκετή σοφία ώστε ν΄ανακαλύψει την απάντηση.
Ο ελέφαντας του τσίρκου δεν το σκάει γιατί τον έδεναν σ΄ένα παρόμοιο παλούκι από τότε που ήταν πολύ, πολύ μικρός.
Έκλεισα τα μάτια και φαντάστηκα τον νεογέννητο ανυπεράσπιστο ελέφαντα δεμένο στο παλούκι. Είμαι βέβαιος ότι τότε το ελεφαντάκι είχε σπρώξει, τραβήξει και ιδρώσει πασχίζοντας να λευτερωθεί. Μα, παρ΄όλες τις προσπάθειές του, δεν τα είχε καταφέρει, γιατί εκείνο το παλούκι ήταν πολύ γερό για τις δυνάμεις του.
Φαντάστηκα ότι θα κοιμόταν εξαντλημένο και την επόμενη μέρα θα προσπαθούσε ξανά, και τη μεθεπόμενη το ίδιο… Ώσπου, μια μέρα, μια φρικτή ημέρα για την ιστορία του, το ζώο θα παραδεχόταν την αδυναμία του και θα υποτασσόταν στη μοίρα του. Αυτός ο πανίσχυρος και θεόρατος ελέφαντας που βλέπουμε στο τσίρκο, δεν το σκάει γιατί νομίζει ότι δεν μπορεί, ο δυστυχής.
Η ανάμνηση της αδυναμίας που ένιωσε λίγο μετά τη γέννησή του είναι χαραγμένη στη μνήμη του. Και το χειρότερο είναι ότι ποτέ δεν αμφισβήτησε σοβαρά αυτή την ανάμνηση. ΠΟΤΕ μα ποτέ δεν ξαναπροσπάθησε να δοκιμάσει τις δυνάμεις του…
«Έτσι είναι, Ντεμιάν. Όλοι είμαστε λίγο – πολύ σαν τον ελέφαντα του τσίρκου. Περιδιαβαίνουμε τον κόσμο δεμένοι σε εκατοντάδες παλούκια που μας στερούν την ελευθερία. Ζούμε πιστεύοντας ότι «δεν μπορούμε» να κάνουμε ένα σωρό πράγματα, απλώς επειδή μια φορά, πριν από πολύ καιρό, όταν ήμασταν μικροί, προσπαθήσαμε και δεν τα καταφέραμε.
Πάθαμε τότε το ίδιο με τον ελέφαντα. Χαράξαμε στη μνήμη μας αυτό το μήνυμα: «Δεν μπορώ, δεν μπορώ και ποτέ δεν θα μπορέσω». Μεγαλώσαμε κουβαλώντας αυτό το μήνυμα που επιβάλαμε στον εαυτό μας και γι΄αυτό ποτέ ξανά δεν επιχειρήσαμε να λευτερωθούμε από το παλούκι.
Όταν, μερικές φορές, νιώθουμε τους χαλκάδες να σφίγγουν τα πόδια μας και ακούμε τον ήχο της αλυσίδας μας, κοιτάζουμε λοξά το παλούκι και σκεφτόμαστε: ΔΕΝ μπορώ και ποτέ δεν θα μπορέσω.
Ο μοναδικός τρόπος να μάθεις εάν μπορείς είναι να προσπαθήσεις πάλι με όλη σου την ψυχή… Με όλη σου την ψυχή!
Πηγή: ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ του ΧΟΡΧΕ ΜΠΟΥΚΑΪ – εκδ.opera
Και το βιντεάκι της ιστορίας μας στο youtube…

Κυριακή 4 Δεκεμβρίου 2016

Σήμερα το πρωί, αποφάσισα ζωή. Πολλή ζωή.


Σήμερα τον καφέ μου αποφάσισα να τον πιω γλυκό.
Πολύ γλυκό.
Σήμερα το πρωί, αποφάσισα ζωή.
Πολλή ζωή.
Τόση, ώστε να μην αποφασίζω τίποτα, αλλά να αποφασίζω στη στιγμή.
Τόση, ώστε να μην αποφασίζω τίποτα, πριν το κάνω λάθος.
Αγαπώ τον αυθορμητισμό, γι΄αυτό και θέλω να μου φταίει.
Κάθε τι που αγαπώ, θέλω να μου φταίει, για να με βγάζω φταίχτη.
Σήμερα αποφάσισα την αυγή.
Την αποφάσισα σε άλλη ώρα – λίγο αργότερά της.
Ήθελα να παρατείνω λίγο τη νυχτερινή μου μοναξιά.
Αυτό δε θυμάμαι πότε το αποφάσισα.
Αναρωτιόμουν τι μέρα είναι και κοίταξα ρολόι.
Είχαν περάσει 10 χρόνια.
Σήμερα αποφάσισα χρόνο.
Πολύ χρόνο.

Βαλάντης Γαούτσης

Πηγή: Αναπνοές

Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2016

Σβήσε τα μάτια μου...


Σβήσε τα μάτια μου• μπορώ να σε κοιτάζω,
τ’ αυτιά μου σφράγισέ τα, να σ’ ακούω μπορώ.
Χωρίς τα πόδια μου μπορώ να ‘ρθω σ’ εσένα,
και δίχως στόμα, θα μπορώ να σε παρακαλώ.
Κόψε τα χέρια μου, θα σε σφιχταγκαλιάζω,
σαν να ήταν χέρια, όμοια καλά, με την καρδιά.
Σταμάτησέ μου την καρδιά, και θα καρδιοχτυπώ με το κεφάλι.
Κι αν κάμεις το κεφάλι μου σύντριμμα, στάχτη, εγώ
μέσα στο αίμα μου θα σ’ έχω πάλι.

Rainer Maria Rilke, Put Out My Eyes (English, German and Greek traslation)
Μετάφραση: Κωστής Παλαμάς

Κυριακή 27 Νοεμβρίου 2016

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος


Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν' αγωνίζεσαι
για την ειρήνη και για το δίκιο.
Θα βγεις στους δρόμους, θα φωνάξεις
τα χείλη σου θα ματώσουν απ' τις φωνές.
Το πρόσωπό σου θα ματώσει από τις σφαίρες
μα δε θα κάνεις ούτε βήμα πίσω.
Κάθε κραυγή σου θα΄ ναι μια πετριά
στα τζάμια των πολεμοκάπηλων.
Κάθε χειρονομία σου θα΄ ναι
για να γκρεμίζει την αδικία.
Δεν πρέπει ούτε στιγμή να υποχωρήσεις,
ούτε στιγμή να ξεχαστείς.
Είναι σκληρές οι μέρες που ζούμε.
Μια στιγμή αν ξεχαστείς,
αύριο οι άνθρωποι θα χάνονται
στη δίνη του πολέμου,
έτσι και σταματήσεις
για μια στιγμή να ονειρευτείς
εκατομμύρια ανθρώπινα όνειρα
θα γίνουν στάχτη απ΄ τις φωτιές.
Δεν έχεις καιρό, δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί και να πεθάνεις
για να ζήσουν οι άλλοι.
Θα πρέπει να μπορείς να θυσιάζεσαι
ένα οποιοδήποτε πρωινό.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
θα πρέπει να μπορείς να στέκεσαι
μπρος στα ντουφέκια!
Τάσος Λειβαδίτης 

Πέμπτη 24 Νοεμβρίου 2016

Το ρολόι που σταμάτησε στις εφτά, Jorge Bucay


Αγαπώ αυτό το ρολόι γιατί νιώθω ότι ολοένα και περισσότερο του μοιάζω...


Σ’ έναν από τους τοίχους του δωματίου μου κρέμεται ένα ωραίο παλιό ρολόι που δε δουλεύει πια.

Οι δείκτες του, σταματημένοι, δείχνουν πάντοτε την ίδια ώρα: εφτά ακριβώς. Σχεδόν πάντα, το ρολόι είναι μόνο ένα άχρηστο διακοσμητικό πάνω σ’ έναν ασπριδερό και άδειο τοίχο.

Ωστόσο, υπάρχουν δύο στιγμές στη διάρκεια της μέρας, δύο φευγαλέες στιγμές, που το παλιό ρολόι μοιάζει να ανασταίνεται από τις στάχτες του σαν το φοίνικα. Όταν όλα τα ρολόγια της πόλης μέσα στην τρελή τους πορεία δείχνουν εφτά, όταν όλοι οι κούκοι και τα μηχανικά γκονγκ σημάνουν εφτά φορές, το παλιό ρολόι της κάμαρας μου δείχνει να παίρνει ζωή.

Δύο φορές την ημέρα, μία το πρωί και μία το βράδυ, το ρολόι μου νιώθει σε απόλυτη αρμονία με το υπόλοιπο σύμπαν. Αν κάποιος κοίταζε το ρολόι εκείνες τις δύο στιγμές θα έλεγε ότι λειτουργεί στην εντέλεια…

Μόλις, όμως, περάσει εκείνη η στιγμή, όταν όλα τα ρολόγια πάψουν να σημαίνουν και οι δείκτες τους συνεχίσουν το μονότονο δρόμο τους, το παλιό μου ρολόι χάνει το βηματισμό του και παραμένει πιστό σ’εκείνη την ώρα που κάποτε σταμάτησε. Εγώ αγαπώ αυτό το ρολόι. Κι όσο περισσότερο μιλώ γι’ αυτό, τόσο περισσότερο το αγαπώ.

Γιατί νιώθω ότι ολοένα και περισσότερο του μοιάζω. Είμαι κι εγώ σταματημένος σε μια στιγμή. Κι εγώ νιώθω καρφωμένος και ακίνητος. Κι εγώ είμαι, κατά κάποιον τρόπο, ένα άχρηστο διακοσμητικό σ’ έναν άδειο τοίχο. Όμως επίσης απολαμβάνω τις φευγαλέες στιγμές κατά τις οποίες, μυστηριωδώς, έρχεται η ώρα μου.

Εκείνη την ώρα νιώθω ζωντανός. Όλα είναι ξεκάθαρα και ο κόσμος γίνεται υπέροχος. Μπορώ να δημιουργήσω, να ονειρευτώ, να πετάξω, να πω και να αισθανθώ περισσότερα πράγματα εκείνες τις στιγμές απ’ όσα όλον τον υπόλοιπο καιρό. Αυτές οι αρμονικές συγκυρίες επαναλαμβάνονται συχνά, σαν μια αναπόφευκτη αλληλουχία.

Την πρώτη φορά που το ένιωσα προσπάθησα να γαντζωθώ σ’ εκείνη τη στιγμή, νομίζοντας ότι θα μπορούσα να την κάνω να διαρκέσει για πάντα. Δεν έγινε έτσι όμως. Όπως στο φίλο μου, το ρολόι, έτσι κι εμένα μου ξεφεύγει ο χρόνος των άλλων. …

Όταν περάσουν οι στιγμές αυτές, τα υπόλοιπα ρολόγια, που φωλιάζουν σε άλλους ανθρώπους, συνεχίζουν την πορεία τους, κι εγώ επιστρέφω στο ρουτινιέρικο στατικό μου θάνατο, στη δουλειά μου, στις συζητήσεις του καφενείου, στην ανία μου, που συνηθίζω να αποκαλώ ζωή.

Ξέρω, όμως, ότι η ζωή είναι άλλο πράγμα. Ξέρω ότι η ζωή, η αληθινή, είναι το άθροισμα εκείνων των στιγμών που, μολονότι φευγαλέες, μας επιτρέπουν να αντιλαμβανόμαστε το συντονισμό μας με το σύμπαν. Σχεδόν όλος ο κόσμος νομίζει -ο δυστυχής- ότι ζει.

Υπάρχουν μόνο στιγμές πληρότητας, και εκείνοι που δεν το ξέρουν κι επιμένουν να θέλουν να ζουν διαρκώς, θα μείνουν καταδικασμένοι στον γκρίζο και επαναληπτικό βηματισμό της καθημερινότητας.

Γι’αυτό σ’ αγαπώ, παλιό μου ρολόι. Γιατί εσύ κι εγώ είμαστε το ίδιο.


Jorge Bucay
Απόσπασμα από το βιβλίο «Να σου πω μια ιστορία»

Σάββατο 19 Νοεμβρίου 2016

Αν μπορείς να το ονειρευτείς, μπορείς και να το κάνεις!


Ο καλύτερος τρόπος για να κάνεις τα όνειρα σου αληθινά, είναι να ξυπνήσεις

Ως παιδιά ονειρευόμασταν, φανταζόμασταν, καταστρώναμε σχέδια. Δεν είχε σημασία κατά πόσο ήταν εφικτά αυτά τα σχέδια. Δεν ήταν αυτό το νόημα, η ουσία.

Η ονειροπόληση ήταν διασκεδαστική. Μας έκανε να προσδοκούμε κάτι, να περιμένουμε κάτι. Η ρεαλιστικότητα ή όχι του ονείρου μας, του στόχου μας, λίγο μας επηρέαζε, λίγο μας φόβιζε.

Μεγαλώνοντας και περνώντας πλέον στην ενηλικίωση, δυστυχώς προσγειωθήκαμε απότομα. Τα μαζέψαμε τα όνειρα μας. Περιοριστήκαμε στο εφικτό, στο βατό, στο ευκόλως πραγματοποιήσιμο.

Μια θεωρία λέει, πως στη σημερινή κοινωνία ο άνθρωπος τείνει να καταστέλλει τις επιθυμίες του και τα ένστικτά του, οπότε όλα αυτά τα καταπιεσμένα θέλω, η καταπιεσμένη προσωπικότητα, τα τρομαγμένα σχέδια ζωής, βγαίνουν στη διάρκεια των ονείρων.

Σε μια εποχή που η κοινωνία είναι αποφασισμένη να ρουφήξει όχι μόνο την ελπίδα μας για το μέλλον αλλά και την ενέργεια μας, μπορούμε απλώς να αφεθούμε και να βουλιάξουμε με τους υπόλοιπους.

Να γίνουμε η άπραγη, φοβισμένη, “καημένη” μάζα, ή μπορούμε να πατήσουμε δυνατά στα πόδια μας και να αρνηθούμε να παραδοθούμε. Να αρνηθούμε να παραδώσουμε τα όνειρα μας δίχως να δώσουμε την μάχη μας.

Αν αντικαταστήσουμε την λέξη όνειρο με κάτι πιο “χειροπιαστό” για το ρεαλιστικό πλέον, ενήλικο μυαλό μας, με την λέξη στόχος, ίσως καταλάβουμε καλύτερα, ίσως αντιληφθούμε τι πάμε να εγκαταλείψουμε. Αν ένα όνειρο είναι μονάχα ένα όνειρο, ένας στόχος είναι ένα όνειρο με σχέδιο και προθεσμία.

Και ένας άνθρωπος δίχως στόχους τι ακριβώς είναι; Τι λόγο ύπαρξης έχει; Ποιος μας είπε ότι επιτρέπεται να κάνουμε εκπτώσεις στα όνειρα μας;

Γιατί θα πρέπει να υπομείνω, να σκύψω το κεφάλι στην εκμετάλλευση και στη κοροϊδία; Επειδή οι εποχές είναι δύσκολες, επειδή δεν υπάρχουν δουλειές και ευκαιρίες πρέπει να δεχτώ παθητικά και μίζερα ό,τι μου προσφέρουν, η καλύτερα ό,τι ψίχουλα μου προσφέρουν; Ψίχουλα ονειρευτήκαμε; Που πήγαν τα όνειρα για καλύτερη ζωή; Τα όνειρα για μια δουλειά που μας ευχαριστεί, που καλύπτει τις επιθυμίες και τα θέλω μας;

Έχουμε γίνει πια φοβισμένοι ενήλικες που αφήνουν τις πράξεις τους, τις επιλογές τους να επηρεάζονται και να ορίζονται από τους φόβους τους. Φόβος πως αν δε συμβιβαστούμε με αυτά τα ψίχουλα, δε θα βρεθεί κάτι καλύτερο στο δρόμο μας. Φόβος πως δεν έχουμε πια δύναμη, δεν έχουμε πια τα προσόντα να κάνουμε την διαφορά.

Ο φόβος μας, υπερνικά τις άλλοτε φιλοδοξίες μας, και χωρίς φιλοδοξίες τίποτα απολύτως δεν πρόκειται να αρχίσει. Τίποτα δεν πρόκειται να συμβεί αν δεν το ονειρευτούμε πρώτα.

Είναι διαφορετικό να ονειρευόμαστε ρεαλιστικά – γιατί αυτό είναι που πρέπει να κάνουμε – απ΄το να ονειρευόμαστε φοβισμένα, μικρά ή ακόμη χειρότερα να μην ονειρευόμαστε καθόλου.

Η τραγωδία της ζωής δεν είναι να μην πετυχαίνεις τους στόχους σου, να μη πραγματοποιείς τα όνειρα σου. Η πραγματική τραγωδία είναι να μη έχεις στόχους να πετύχεις, όνειρα να πραγματοποιήσεις.

Πρέπει να πατήσουμε πόδι σε μια κοινωνία που μας θέλει φοβισμένους, σε μια εποχή που μας ταΐζει φόβους και ανασφάλειες. Πρέπει να βγούμε εκεί έξω και να κάνουμε αυτό που φοβόμαστε να κάνουμε. Τίποτα δεν είναι αδύνατο γι’ αυτόν που πραγματικά προσπαθεί, γι’ αυτόν που το παλεύει.

Γι’ αυτόν που δεν μένει μοιρολατρικά άπραγος, αναπολώντας τις μέρες επιτυχίας και ευημερίας, αλλά έχοντας “πιάσει πάτο”, έχοντας βιώσει την απόρριψη, την απελπισία, αφήνει μέσα του, επιβάλλει στον εαυτό του να μεγαλώσει μέσα του η θέληση για ζωή και η όρεξη για μελλοντικά επιτεύγματα. Ο άνθρωπος που αφήνει την δράση να τον καταλύσει είναι ένας άνθρωπος που ονειρεύεται και ελπίζει.

Πρέπει να αλλάξουμε τον τρόπο που βλέπουμε την καινούργια πραγματικότητα. Ναι είναι δύσκολα, ναι θα πρέπει να καταβάλλουμε την διπλάσια προσπάθεια για να πετύχουμε τους στόχους μας, ναι θα βρούμε πόρτες κλειστές και μικρές, αδιάφορες προσφορές.

Αλλά αν πάψουμε να ψάχνουμε, αν συμβιβαστούμε στα μικρά και στα αδιάφορα, δεν πρόκειται να βρεθεί μπροστά μας αυτό που πραγματικά μας αξίζει και μας γεμίζει. Εμπόδια βλέπουμε μόνο αν πάρουμε τα μάτια μας απ’ τον στόχο μας, εφιάλτης γίνεται ένα όνειρο μόνο αν το αφήσουμε στα χέρια κάποιού άλλου.

Η διαρκής και επίμονη αισιοδοξία είναι αυτή που θα πολλαπλασιάσει την δύναμη μας και θα μας οδηγήσει στο στόχο μας. Πρέπει να κρατηθούμε γερά επάνω της και να μη χάσουμε την πίστη μας για τα όνειρα μας. Είναι αυτά που μας κρατάνε ζωντανούς.

” Ο καλύτερος τρόπος για να κάνεις τα όνειρα σου αληθινά, είναι να ξυπνήσεις”


Πηγή: sxeseiszois.wordpress.com

          http://www.thessalonikiartsandculture.gr/

Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2016

Τί αξίζει τελικά σ' αυτή τη ζωή...




Πολλές φορές αναλωνόμαστε σε πράγματα που τελικά δεν αξίζουν, ούτε ευτυχισμένους μας κάνουν. Κάνουμε δύσκολη τη ζωή μας κυνηγώντας χίμαιρες, ενώ η ευτυχία βρίσκεται σε πράγματα που δεν φανταζόμαστε ή για την ακρίβεια τα υποτιμάμε. Ο χρόνος και οι εμπειρίες είναι αυτά που θα μας βοηθήσουν να δούμε τί αξίζει τελικά σ' αυτή τη ζωή.

Ελένη Κώστογλου

Ψυχολόγος